Την προέλευση του Θεάτρου Σκιών την καλύπτει ένα πυκνό δυστυχώς σκοτάδι. Ο μύθος καλύπτει την Ιστορία και ο θρύλος είναι ο μόνος οδηγός για την έρευνά μας, όπως συμβαίνει σε κάθε παραδοσιακό δημιούργημα. Ένα όμως είναι το βέβαιο, πως από όλους τους ευρωπαϊκούς λαούς, ο μόνος που διαθέτει Θέατρο Σκιών είναι ο Ελληνικός. Μάλλον η Δύση, με τα θέατρα, τα αγάλματα, τις όπερες και τα εντυπωσιακά οικοδομήματα δεν ενδιαφέρθηκε ποτέ για αυτή την τέχνη. Αντίθετα στη Ανατολή αναπτύχθηκε σχεδόν σε όλους τους λαούς. Αλλά παραμένει μυστήριο από ποια χώρα άρχισε.

Με ασφάλεια μπορούμε να υποθέσουμε πως όταν οι πρωτόγονοι άνθρωποι ανακάλυψαν την φωτιά και την χρησιμοποίησαν μέσα στα σπήλαια τους, σχημάτιζαν με τα χέρια τους ή με άλλα αντικείμενα κινούμενες σκιές στους τοίχους των σπηλαίων. Αρχικά το Θέατρο Σκιών συνδέθηκε με την λατρεία των νεκρών και την μαγεία. Η επιστημονική έρευνα σχεδόν ομόφωνα εντοπίζει την πρώτη εμφάνιση του λαϊκού αυτού θεάτρου στις χώρες της Άπω Ανατολή. Η Κίνα θεωρείται η κοιτίδα του θεάτρου αυτού. Σχετική αναφορά συναντάμε σε μία κινέζικη εγκυκλοπαίδεια του 9ου αιώνα π.Χ.

Στη Κίνα, το Θέατρο Σκιών είχε στη αρχή θρησκευτικό χαρακτήρα. Έγινε μέσο επικοινωνίας με τον Κάτω Κόσμο, το κόσμο των Σκιών. Η κινέζικη παράδοση λέει πως το 100 π.Χ, ο Κινέζος αυτοκράτορας Ούου απελπισμένος από το θάνατο της γυναίκας του, βρήκε παρηγοριά όταν ο αυλικός του εμφάνισε την αυτοκράτειρα ως φιγούρα του Θεάτρου Σκιών. Από την αρχή λοιπόν, το Θέατρο Σκιών σχετίζεται με την νοσταλγία. Ίσως και αυτός είναι ο λόγος που οι Κινέζοι δίνουν ποιητικές ονομασίες στο πανί και το λένε «πανί του ονείρου» και «πανί της προσδοκίας».

Στη αρχή οι φιγούρες προβάλλονταν πάνω στο πανί ακίνητες. Είχαν νύχια και ράμφος που συμβόλιζαν τις ψυχές των νεκρών. Αργότερα όμως το κινέζικο αυτό θέατρο έπαψε να είναι αποκλειστικά θρησκευτική τέχνη, οι φιγούρες πήραν ανθρώπινη μορφή και απέκτησαν κίνηση. Οι παραστάσεις διαρκούσαν πολύ, έφταναν και τις 4 ώρες. Από την Κίνα, το Θέατρο Σκιών, με όλο του το θρησκευτικό περιεχόμενο, διαδόθηκε στη Ινδοκίνα και τις Ινδίες. Παντού συνδέθηκε με την λατρεία των νεκρών και τις θεότητες του Κάτω Κόσμου. Σύμφωνα με μία εκδοχή, το υπερβολικό μακρύ χέρι του Καραγκιόζη έχει ινδική προέλευση, Οι Ινδοί φανταζόταν τα πνεύματα με μεγάλους βραχίονες που συμβόλιζαν την δύναμη και την ομορφιά. Το θρησκευτικό Θέατρο Σκιών γρήγορα απλώθηκε στην Μαλαισία, την Ταϊλάνδη και την Καμπότζη.

Πότε διαφοροποιήθηκε το Θέατρο Σκιών από θρησκευτικό σε κωμικό θέαμα και από ποιούς μεταφέρθηκε στις χώρες της Μεσογείου; Είναι δύο βασικά ερωτήματα που απασχολούν τους ερευνητές. Το πιθανότερο είναι ινδικής καταγωγής Τσιγγάνοι να το πήραν από την Κίνα και να το μετέφεραν μέσω του δρόμου των Ινδιών, είτε στη Αίγυπτο είτε στην Τουρκία. Όμως στη Οθωμανική Αυτοκρατορία, λόγω των θρησκευτικών πεποιθήσεων, δεν μπορούσε να επιβιώσει το θρησκευτικό Θέατρο Σκιών.

Έτσι αναπτύχθηκε το κωμικό είδος και δημιουργήθηκε ο ήρωας του ο Karagöz ο Μαυρομάτης. Πολλοί είναι οι θρύλοι γύρω από την ύπαρξη του αλλά δεν ξέρουμε αν ήταν πραγματικό πρόσωπο ή όχι. Ο Καραγκιόζης των Τούρκων ήταν ένα φοβερά χυδαίο θέαμα το οποίο δεν είχε καμία σχέση με το θρησκευτικό Θέατρο Σκιών.

Τα πρόσωπα που κινούνται στη σκηνή του τούρκικου Καραγκιόζη μπορούσε να δει κανείς τα παλιά τα χρόνια σε κάποια από τις συνοικίες της παλιάς Πόλης, όπως αναφέρει και ο Τούρκος καθηγητής Σαμπρί Εσάτ Σιγιαβουτζίλ. Ανάμεσα σ’ αυτά είναι κατ’ αρχήν ο Καραγκιόζης και ο Χατζηαβάτης. Υπάρχουν επίσης ο Τσελεμπής, η Ζεννέ, ο Τιρυακής, ο Μπεμπερουής, ο Τουτούζ ντελή Μπεκήρ κ.α.

Όλα τα πρόσωπα είναι λαϊκά. Ο Τούρκικος Καραγκιόζης αν και αντιπροσωπεύει τον λαό και εξεγείρεται εναντίον του κατεστημένου, αποφεύγει να παρουσιάσει άρχοντες και αξιωματούχους της Οθωμανικής αυτοκρατορίας. Κάθε εξουσία, θρησκευτική ή στρατιωτική, έχει αποκλειστεί από τον μπερντέ, είτε από φόβο ή από σεβασμό. Ο μόνος που συμβολίζει την κρατική αυθαιρεσία είναι ο Τουτούζ Ντελή Μπεκήρ.

Το πανί στο οθωμανικό Θέατρο Σκιών έχει ενάμισι μέτρο πλάτος και ένα ύψος. Αριστερά είναι το σπίτι του Χατζηαβάτη και δεξιά του Καραγκιόζη. Την δράση των σκιών κατευθύνει ένας παίκτης και ένας τραγουδιστής. Οι φιγούρες φτιάχνονται από καμηλίσιο δέρμα που έχει επεξεργαστεί ώστε να γίνει διαφανές και έχει βαφτεί με διάφορα χρώματα. Η φιγούρα έχει σκαλιστεί ώστε να υπάρχουν διάκενα για τα μάτια και άλλα σημεία του σώματος. Όλη αυτή η αφαίρεση συντελούσε ώστε οι φιγούρες να μη θεωρούνται ότι παριστάνουν πραγματικούς ανθρώπους, κάτι που απαγορεύεται αυστηρά από την μουσουλμανική παράδοση.

Η υπόθεση των έργων είναι πολύ απλή και καμία φορά λείπει εντελώς. Αυτό που συνήθως κυριαρχεί είναι ο κωμικός διάλογος γεμάτος λογοπαίγνια και αισχρολογίες. Πολλά μέρη του διαλόγου γίνονταν στη τουρκική καθαρεύουσα, τα Οσμανλίδικα. Επίσης, κάθε καραγκιοζοπαίχτης έπρεπε να διαθέτει τουλάχιστον 28 έργα για να μπορεί να παίζει από ένα κάθε βράδυ όλο το μήνα του Ραμαζανιού. Ο Καραγκιόζης παιζόταν σε τουρκικούς καφενέδες και το κοινό ήταν μόνο άντρες, καθώς απαγορευόταν σε γυναίκες και παιδιά να παρακολουθούν.

Ο Τούρκικος Καραγκιόζης δεν ήταν μόνο αισχρές αναπαραστάσεις. Σε πολλά κωμικά έργα του παρουσιάζει με τρόπο ρεαλιστικό τις δυσκολίες και τα βάσανα της ζωής. Σαν Τσιγγάνος που είναι, τις βλέπει καθημερινά στο δρόμο του και σαν αντιεξουσιαστής και απείθαρχος αντιλαμβάνεται την πίεση και την διαφθορά της εξουσίας.

Εκείνο που διαρκώς τονίζει ο Τούρκικος Καραγκιόζης είναι η κοινωνική ανισότητα. Πίσω από τα αστεία κρύβεται μία βαθιά δυσφορία για την τότε κατάσταση. Όπως γράφει και ο Σπύρος Μελάς η σάτιρα του Τουρκικού Καραγκιόζη γίνεται χτυπητή και συμπαθέστατη όταν θίγει πλάγια το θέμα της εξουσίας, τις αυθαιρεσίες και την βία της επάνω στους ανθρώπους του λαού.

Καθώς ο Καραγκιόζης είναι Τσιγγάνος, μετά την περιπλάνηση του για πέντε αιώνες σε όλες τις χώρες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, είχε πια φτάσει η στιγμή να μεταναστεύσει και στη Ελλάδα.

Υπάρχουν θρύλοι και παραδόσεις που αναφέρουν πως ο Καραγκιόζης υπήρχε στην Ελλάδα από την εποχή του Βυζαντίου, ωστόσο παραμένουν αναληθείς και χωρίς να μπορούν να τεκμηριωθούν. Κάποιοι μελετητές πιστεύουν ότι ο Καραγκιόζης υπήρχε πριν από την Επανάσταση του 1821, αλλά δεν έχουν στοιχεία για να στηρίξουν μία τέτοια άποψη. Αλλά και πάλι, είναι δύσκολο να πιστέψουμε πως οι Τούρκοι που κατοικούσαν εδώ, αγνοούσαν ή δεν έβλεπαν καθόλου αυτό το λαϊκό αυτό θεάτρου. Επίσης υπάρχει μία πληροφορία ότι οι Φιλικοί έκαναν τις μυστικές συναντήσεις τους μέσα στα θέατρα του Καραγκιόζη. Αν αυτό αληθεύει δεν σημαίνει ότι απολάμβαναν ένα τέτοιο θέαμα αλλά ότι εκμεταλλευόταν τον συνωστισμό για να ανταλλάξουν τα μηνύματά τους.

Η αντίθετη άποψη, ότι δηλαδή ο Καραγκιόζης εισήχθη στην Ελλάδα μετά την Επανάσταση του 1821, φαίνεται να είναι η πιο σωστή και η πιο αληθινή. Τους λόγους της απουσίας του Καραγκιόζη πριν την Επανάσταση, προσπαθεί να εξηγήσει ο Βασίλης Ρώτας, επισημαίνοντας ότι λόγω της Τουρκοκρατίας δεν επιτρέπονταν μεγάλες συγκεντρώσεις Ρωμιών. Επιπλέον, δεν πρέπει να ξεχνάμε πως ο Τούρκικος Καραγκιόζης, εθιμικά, ήταν συνδεδεμένος με την γιορτή του Ραμαζανιού. Θα ήταν λοιπόν προσβλητικό και απαράδεκτο ένας Έλληνας να παρακολουθήσει ένα τέτοιο θέαμα.

Η πρώτη γραπτή μαρτυρία αναφοράς στον Καραγκιόζη βρίσκεται στις 18 Αυγούστου 1841, όπου η αθηναϊκή εφημερίδα «Ταχύπτερος Φήμη» γράφει: «Την 21 του παρόντος, θα παρουσιαστεί είς Ναύπλιον η κωμωδία του Καραγκιόζη, έχουσα αντικείμενον τον Χατζ-Αββάτην και Κουσζούκ- Μεϊμέτην». Μετά από 11 χρόνια, στις 9 Φεβρουαρίου 1852, συναντάμε και δεύτερο δημοσίευμα σχετικά με τον Καραγκιόζη στη ίδια εφημερίδα.

Ο Καραγκιόζης μετά τον ερχομό του στη Ελλάδα, παρέμεινε για πολλά χρόνια ένα χυδαίο θέαμα και απευθυνόταν μόνο στις λαϊκές τάξεις που ζούσαν εξαθλιωμένες στις παραγκούλες των λιμανιών και των αστικών κέντρων. Οι τύποι και το ρεπερτόριο του ήταν τούρκικα και κάτω από τα χοντρά αστεία δεν υπήρχε ίχνος κοινωνικής κριτικής ή διαμαρτυρίας.


ΟΙ ΕΡΜΗΝΕΥΤΕΣ

Ο Δημήτρης Σαρδούνης με το παρατσούκλι Μίμαρος από την Πάτρα ήταν αυτός που ανέλαβε το πολύ δύσκολο έργο του εξελληνισμού του Καραγκιόζη. Ο Μίμαρος, ψάλτης στο επάγγελμα, είναι ο γενάρχης του Ελληνικού Καραγκιόζη. Αυτός τον καθάρισε από τις βωμολοχίες του και παρουσίασε έργα με ελληνικά θέματα που έμειναν αθάνατα. Οι παραστάσεις του Μίμαρου είχαν μεγάλη επιτυχία καθώς εκτός από το πανί που φωτιζόταν με τα λυχνάρια, τα πατρινά καλαμπούρια, το ράστε (αμανέ) του Μεγαλεξάνδρου που ο χαβάς του είναι βυζαντινός και τα δύο τραγούδια του Χατζηαβάτη που έχουν μείνει πια στον Καραγκιόζη, ήταν όλα δικά του ευρήματα. Επίσης, ο Μίμαρος εκτός από καλλίφωνος ήταν και εξαιρετικά πνευματώδης, θαυμάσιος μίμος, καλός σχεδιαστής, άριστος γνώστης της νεοελληνικής κοινωνίας και πάνω απ όλα γεμάτος ζήλο και ενθουσιασμό για τον Καραγκιόζη.

Κάθε καλοκαίρι ο Μίμαρος έπαιζε στη Αθήνα, στο θέατρο «Αθήναιον». Τον καιρό που έπαιζε στη Αθήνα ο Μίμαρος, παρακολουθούσε τις παραστάσεις ένας λοχίας, τσολιάς της Φρουράς των Ανακτόρων, ο Γιάννης Ρούλιας. Ο Γιάννης Ρούλιας αρχικά δούλεψε ως βοηθός κοντά σε συμπατριώτες του καραγκιοζοπαίχτες και στη συνέχεια ως βοηθός του Μίμαρου, από τον οποίο και πήρε την αρχική έμπνευση και δημιούργησε το 1897 στη Αθήνα την μορφή του Μπάρμπα-Γιώργου. Πέθανε το 1908 σε μικρή ηλικία.

Ένας τρίτος καραγκιοζοπαίχτης σημαντικός για τον εξελληνισμό του Καραγκιόζη, ήταν ο Μέμος Χριστοδούλου. Στη αρχή δούλεψε ως βοηθός του Μίμαρου στον Βόλο και αργότερα ήρθε στη Αθήνα όπου δούλεψε με τον Ρούλια. Ήταν πολύ καλός λαϊκός ζωγράφος, πνευματώδης και ευρηματικός, τραγουδούσε όμορφα και εμιμείτο καλά όλους τους τύπους, ιδιαίτερα τον δερβέναγα Βεληγκέκα. Η ιδιοτροπία του ήταν ότι παρουσίαζε τον Χατζηαβάτη σαν εχθρό του Καραγκιόζη, και πολύ ραδιούργο μάλιστα, και όχι σαν φίλο.

Ο Καραγκιόζης με την βοήθεια ενός ψάλτη, ενός τσολιά και ενός λαϊκού ζωγράφου απέκτησε ελληνική ιθαγένεια, και η τέχνη του πια είχε τρία παιξίματα: του Μίμαρου με την πατρινή προφορά και τα καλαμπούρια, του Ρούλια με ρουμελιώτικη προφορά και του Μέμου με την θεσαλιώτικη. Έτσι κάθε σχολή έβγαλε και τους μαθητές της.

Οι μαθητές του Μίμαρου ήταν οι: Βασίλης Αγαπητός, Δημήτρης Μπέκος, Θόδωρος Θεοδωρέλλος, Δημήτρης Πάγκαλος, Σωτήρης Μορφέτας, Ντίνος Θεοδωρόπουλος Θανάσης Δεδούσαρος, Γιάννης Λιάτσας, Γιώργος Σπανός, Ανδρέας Βουτσινάς, Νίκος Δημητρακόπουλος, Δημήτρης Παντοφλάς, Σωτήρης Γιαννιός, Νίκος Ξυδιάς, Γιάννης Παπούλιας, Γιάννης Ιατρίδης , Βάγγος Κορφιάτης κ.α. Κάποιοι μαθητές του Ρούλια ήταν οι: Γιάννης Γρεμίνας, Γιάννης Μώρος, Αντώνης Ποριώτης, Μάρκος Σαντορινιός , Νάσος Φωτεινός, Μάρκος Ξανθάκης, Χρήστος Χαρίδημος, Σπύρος Κούζαρος, Αλέκος Μαυρομάτης, Παναγιώτης Μιχόπουλος κ.α. Επίσης οι: Χαρίλαος Πετρόπουλος, Αντρέας Αγιομαυρίτης, Χρήστος Βενέκας, Λευτέρης Κελαρινόπουλος Σπύρος Βωβός, Μήτσος Μπολντόκ, Νάσος Λαμπρινός και Μάνθος Λεονάτος ήταν οι μαθητές του Μέμου.

Όταν ο Γιάννης Μπραχάλης ήρθε στη Ελλάδα μαζί με τον Καραγκιόζη, οι φιγούρες του ήταν ελάχιστες. Οι Έλληνες καραγκιοζοπαίχτες πήραν αυτό το υλικό και κατόρθωσαν να το αυξήσουν και να το εξελληνίσουν. Έτσι, εκτός από τον Καραγκιόζη και τον Χατζηαβάτη, διάφοροι άλλοι τύποι προσαρμόστηκαν στην ελληνική πραγματικότητα ή αλλάχθηκαν τελείως, ανάλογα ε τις ανάγκες του τόπου και του χρόνου. Δημιουργήθηκαν καινούριοι ήρωες από την αρχαία Ελλάδα και την Επανάσταση του 21.

Ο Σωτήρης Σπαθάρης (1892-1973), ο ανεπανάληπτος αυτός καραγκιοζοπαίχτης, που έγραψε και τα περίφημα «Απομνημονεύματα» από τα οποία αντλούμε πολύτιμες πληροφορίες για την τέχνη του Καραγκιόζη είναι ο εφευρέτης της διαφημιστικής ρεκλάμας και της ολόσωμης αποθέωσης. Μέχρι τότε, η παράσταση διαφημιζόταν με μία απλή ταμπέλα στη είσοδο. Αυτές οι ταμπέλες ήταν τις περισσότερες φορές ανορθόγραφες και καμιά φορά είχαν επάνω ζωγραφισμένες τις φιγούρες του Καραγκιόζη και του Χατζηαβάτη. Τις ρεκλάμες του Σωτήρη Σπαθάρη θα τις λέγαμε σήμερα «αεροπανό». Ήταν φτιαγμένες από χαρτί του μέτρου, το οποίο με τα πλαστικά χρώματα που χρησιμοποιούσε, γινόταν αδιάβροχο και μπορούσε να κρεμαστεί σε περίοπτο σημείο ώστε να τραβάει το ενδιαφέρον των περαστικών.

Δεν θα ξεχάσουμε φυσικά και τον πολύ σπουδαίο Ευγένιο Σπαθάρη. Ο Ευγένιος Σπαθάρης ξεκίνησε την καριέρα του ζωγραφίζοντας διαφημιστικές ρεκλάμες στα μαύρα χρόνια της γερμανικής κατοχής. Το 1962, ηχογραφεί όλες τις κλασσικές παραστάσεις του Καραγκιόζη στη Κολούμπια και έτσι κυκλοφορούν οι πρώτοι δίσκοι του. Σημαντική επίσης υπήρξε η κυκλοφορία των εικονογραφημένων τευχών του Ε. Σπαθάρη με τον Καραγκιόζη, καθώς και η επιτυχημένη έκδοση του βιβλίου του «Ο Καραγκιόζης των Σπαθάρηδων» (1979). Τιμήθηκε με πολλές αναμνηστικές πλακέτες τόσο στη Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό για την τόσο σημαντική και πολύχρονη προσφορά του. Από το Ιούνιο του 1995 λειτουργεί το «Σπαθάρειο Μουσείο Θεάτρου Σκιών Δήμου Αμαρουσίου» προς τιμή του Ευγένιου Σπαθάρη.

Όπως ήταν φυσικό, μαζί με τα πρόσωπα άλλαξε και η σάτιρα του Καραγκιόζη. Από την στιγμή που ο χυδαίος και βωμολόχος Τούρκος έγινε ο πανέξυπνος και αναρχικός Έλληνας, τα αστεία, οι κινήσεις, τα λόγια και τα πρόσωπα έγιναν και αυτά ελληνικά. Δημιουργήθηκε ένας θίασος με φιγούρες που η καθεμία έχει σαφή συμβολισμό και χαρακτήρα. Ας ρίξουμε μια ματιά στις σπουδαιότερες από αυτές.


ΟΙ ΧΑΡΑΚΤΗΡΕΣ

Καραγκιόζης, ο αντιεξουσιαστής

Η ίδια αίσθηση του αδιεξόδου παρατηρείται και σήμερα, ο λαός - Καραγκιόζης βρίσκε­ται σε σύγχυση και ανα­πτύσσει, τηρουμένων των αναλογιών, την ίδια αντι­φατική υπόσταση: οσφυοκάμπτης και συγχρόνως πο­νηρός ανατροπέας, απολιτικός και εν ταυτώ ιδιότυ­πα υπερπολιτικός, λειτουρ­γώντας μέσα και έξω από το σύστημα, ανάλογα με τους κινδύνους και τα διακυβεύματα, κυνικός αλλά «τρελός» που τραγουδά: «Κείνο που με τρώει, κείνο πούμε σώζει είναι που ονει­ρεύομαι σαν τον Καραγκιό­ζη».

«Όπα, όπα, όπα, ε...»

Αυτό είναι συνήθως το τραγουδάκι του Καραγκιόζη όταν εμ­φανίζεται στη σκηνή. Πάντα ξέγνοιαστος και με κέ­φι» παρατημένος από τη φιλοδοξία, την προσποίηση, την αναγνώριση την εργασιακή άνοδο το καταναλωτικά αγαθά, απλώς ζει για να ζει και ανήκει μόνο στο

σήμερα Χωρίς φοβίες και εσωτερικές συγκρούσεις, χωρίς ενοχές και διλήμματα...

Καραγκιόζης» στα τουρκικά σημαίνει «μαυρομάτης» και τα τεράστια εκφραστικά μάτια του είναι και το μοναδικό όμορ­φο χαρακτηριστικό του.

Κακομούτσουνος, καμπούρης, κοντός, βρόμι­κος, με τεράστια άκοπα νύχια, μοιάζει με ένα έκτρωμα της φύσης. Η καθημερινότητα του δεν είναι καλύτερη από την εμφάνιση του. Φτωχός μονίμως πεινασμένος, ζει σε μια παράγκα που μπάζει οπό παντού.

Ο Καραγκιόζης αποτελεί το πρότυπο του αντιήρωα, του περιθωριακού, αλλά και του ελευθέρου, περίεργου, ανήσυ­χου πνεύματος, που δεν συμβιβάζεται με καμία εξουσία και με κανέναν κοινωνικό ρόλο. Πάνω στην καμπούρα του κου­βαλά τον κόσμο όλο, αφού, θέλοντας και μη, βρίσκεται πάντα στο κέντρο των εξελίξεων.

Όπως ο Σωκράτης, ο Αίσωπος και πολλά άλλα μεγάλα πνεύ­ματα, ο Καραγκιόζης είναι άσχημος εξωτερικά, αλλά γεμά­τος εσωτερικά χαρίσματα. Οι πάμπολλες αντιφάσεις του χα­ρακτήρα του δεν μειώνουν την έντονη προσωπικότητα του.

Είναι καλόκαρδος, αλλά, μην αντέχοντας την ανοησία, δεν συγκρατεί τον εαυτό του και ξυ­λοφορτώνει όσους του μπαίνουν στο ρουθού­νι,  Γενναίος, παρόλο που φοβάται το ξύλο, αλλά και θρασύς, προκειμένου να καταφέρει να επιβιώσει.

Έξυπνος και διπλωμάτης, μερι­κές φορές στα όρια της πα­νουργίας. Παρορμητικός, γλιτώνει πάντα την τελευταία στιγμή χάρη στην ευελιξία του ή στη θεία πρόνοια. Καίτοι ξελιγωμένος από την πείνα, αρνείται να προσκυνήσει και να βο­λευτεί. Με τον τρόπο του, ειρωνεύεται τους πάντες και τα πάντα και κατα­δεικνύει καθετί σάπιο και σκάρτο. Είναι το «μεγάλο μαύρο μάτι» που εστιάζει στο κωμι­κό, στο γελοίο και σα­τιρίζει την «κοινή λο­γική».

«Το μακρύ, μακρύ του χέρι ψάχνει μέ­σα στο πανέρι», αναζητώντας μονίμως τροφή. Το φαί είναι η μονή έγνοια του Καραγκιόζη. Το μακρύ χέρι, όμως, είναι και το «όπλο» που διαθέτουν όλοι οι ήρωες του θεάτρου σκιών που ρέπουν προς τη χειροδικία, ώστε να αποδοθεί δικαιοσύνη. Η οικογένεια του Καραγκιόζη είναι το ίδιο κωμική με τον ίδιο. Η γυναίκα του Αγλαΐα είναι επίσης άσχημη και κακοντυμένη, ενώ τα παιδιά του είναι πιστά του αντίγραφα  ο ήρωας σε μικρογραφία. Η δύναμη της κληρονομικότητας αλ­λά και η επίδραση του περιβάλλοντος συνθέτουν ένα απο­λύτως νατουραλιστικό σκηνικό: δυνατά ένστικτα, ανά­γκη εκπλήρωσης των βασικών αναγκών και πρωτογονισμός.

Ωστόσο, στη μικρή αυτή παράγκα και στον μπερντέ τα υψη­λά ιδανικά και η ευγένεια του ήθους ξεπηδούν σε άσχετες στιγμές, ως επίχειρα μιας εγγενούς καλοσύνης.

Χατζηαβάτης, η φωνή της λογικής

«Ακούσατε, ακούσατε, Άγγλοι, Γάλλοι, Πορτογάλοι, Έλλη­νες και Οθωμανοί,..». Έτσι χώνεται στη σκηνή, καλώντας τους απανταχού υπηκόους της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και ουχί μόνον, ο Χατζηαβάτης, ο τελάλης του Πασά, Ο «άσπονδος» φίλος του Καραγκιόζη έχει τον ακριβώς αντί­θετο από αυτόν χαρακτήρα:

Κόλακας και συμβιβα­σμένος, οσφυοκάμπτης και δειλός,  καταρτισμένος για όλα τα γραφειοκρατικά και διοικητικά δρώμενα. Έλληνας πλαγίως βολεμένος και ξεπουλημένος: «Πολυχρονεμένε μου Πασά, ο Θεός να μου κόβει μέρες και να σας δίνει χρό­νια...»

Ποιος θα μπορούσε να είναι σήμερα ο Χατζηαβάτης; Ο δημοσιογράφος  φερέφωνο, το κομματόσκυλο που στοχεύει σε κάποια θέση στο Δημόσιο, αυτός πού «ξεσκονίζει» την εξου­σία, που στρώνει κόκκινα χαλιά στο πέρασμα κάθε επισή­μου...

Ωστόσο είναι αυτός που φέρνει τα νέα στον Καραγκιόζη, ο οποίος στο τέλος καταλήγει να ρίχνει ένα καλό χέρι ξύλο στον «Χατζατζάρη», όπως συνηθίζει να τον αποκαλεί, ή να χορεύει μαζί του το «εξόδιο» άσμα.

Ο Χατζηαβάτης μοιάζει να υπάρχει ως το αρνητικό του Καραγκιόζη. Για να υπερτονίσει τα χα­ρακτηριστικά του, προβάλλει τα ακριβώς αντίθε­τα.

Ο Χατζηα­βάτης εκπροσωπεί την «κοινή λογική», αποδεικνύοντας ότι «κοινή» δεν σημαίνει απαραίτητα και «ορθή».

Είναι επίσης και εύπιστος, όπως κάθε μέσος νους, γι' αυτό και τελικά ανόητος. «Μα στ' αλήθεια είσαι γιατρός, Καραγκιόζη μου;»

Η φωνή του μακρόσυρτη, με μια γλοιώδη χροιά, εκ­φράζει τη δουλικότητα του. Τελικά, ο Χατζη­αβάτης υπάρχει στη σκηνή χάρη στη μακροθυμία του Καραγκιό­ζη, κατά τον ίδιο τρόπο που όλοι εμείς ανεχόμαστε κάθε είδος ρουφιάνου κατανοώντας την αδυναμία του, αντί να τον λιθοβολούμε...

Εξαίρεση αποτελεί ο χαραχτήρας του στα ηρωικά έργα, όπου ρισκάρει να κάνει τον πληροφοριοδότη της των επαναστατημένων Ελλήνων, για τα σχέδια των Τούρκων.

Μπαρμπαγιώργος, ο λεβέντης της Ρούμελης

Στον αντίποδα βρίσκεται ο Μπαρμπαγιώργος.

Ορεσίβιος, πρωτόγονος, βλάχος, μιλά μια ιδιότυπη διάλεκτο, με όλα τα χαρακτηριστικά ιδιώματα του τόπου του. Είναι, ίσως, ο πιο κω­μικός, ο πιο αστείος απ' όλους τους ήρωες του θεάτρου σκιών.

Είναι θείος του κεντρικού ήρωα και η εμφάνιση του είναι σχεδόν πάντα ευχά­ριστη για τον Καραγκιόζη, αφού ο Μπαρμπαγιώργος έρχεται στο «άστυ» φορτωμένος με τυριά, καρδάρες και γίδια  όλα πεσκέσια στο «ανεψούδι του». Τα καλούδια αυτά «κουρδί­ζουν» τις άδειες κοιλιές της φαμί­λιας.

Συχνά, μάλιστα, λειτουργεί ως από μηχανής θεός, αφού γλιτώνει το φουκαρά Κα­ραγκιόζη από τα χέρια και το άγριο ξυλοκόπημα τού Βεληγκέκα. Οι χοντροκομμένοι τρόποι του Μπαρμπαγιώργη γίνονται ακόμη πιο εμφανείς όταν εκείνος προ­σπαθεί, ματαίως, να μεταμορφωθεί σε πρωτευουσιάνο, συν­δυάζοντας φράκο με τσαρούχια ή καπέλο με φουστανέλα. Το αποτέλεσμα πάντα σκέτο φιάσκο, αλλά χρήσιμο μάθημα στο μέσο Αθηναίο που επιθυμεί να ξεχάσει την αγροτική κα­ταγωγή του.

Μεγαλωμένος στα βουνά, έχει μια υπεράνθρωπη δύναμη, την οποία ούτε ο ίδιος συνειδητοποιεί.

Στο χωριάτικο μυαλό του δεν χωράνε υποκρι­σίες, κομπίνες, δήθεν συμπεριφορές και τερτί­πια, Γι' αυτό και συνήθως χειροδικεί κάθε επί­δοξο σοφιστή.

Είναι γνήσιος, αληθινός, πέτρινος, άκαμπτος. Αποδίδει δι­καιοσύνη. Είναι ο λαός που ξεσπά αυθόρμητα και απρό­βλεπτα.

«…Μπάρμπα… Ο Βεληγκέκας με βαράει...» «Δεν θύμωσα ακόμη!» «Μπαρμπούλη, σώσε με…. Με σκοτώνει στο ξύλο» «Δεν θύμωσα ακόμη!»

Αλίμονο, όμως, αν θυμώσει. Φωνή λαού, οργή Θεού. Ο λα­ός, όπως και ο Θεός, αργεί, αλλά δεν λησμονεί. Και τότε θα σαρώσει ότι βρει μπροστά του και πρώτα τα εντεταλμένα όργανα της εξουσίας. Τον τυφώνα ποιος μπορεί να τον στα­ματήσει;

Και να! Πότε ο λαός μας μεγαλουργεί; Όταν καταφέρει να συναντηθεί, να γίνει ένα, το μυαλό με την δύναμη. Στην προκείμενη περίπτωση ο Καραγκιόζης είναι το μυαλό ενώ ο Μπαρμπαγιώργος η δύναμη.

Σταύρακας, ο ψευτοπαλικαράς

Με τον Σταύρακα τα πράγματα είναι πολύ πιο πολύπλοκα, αν μπει κάποιος στο δίλημμα αν «οι μάγκες υπάρχουν πια» ή «αν τους πάτησε το τρένο».

Ο Σταύρακας εμ­φανίζεται πότε ως μάγκας και πότε ως ψευτόμαγκας, ανάλογα με το αν ο καλλιτέ­χνης θέλει να σατιρίσει τη συ­γκεκριμένη κατηγορία ανθρώ­που. Με το γιλέκο και το σα­κάκι να κρέμεται στον έναν ώμο, το κομπολόι, το καβου­ράκι και το μαχαίρι περασμένο στο ζωνάρι του, υπήρξε κάποτε μια ολοζώντανη μορφή που τριγύριζε στους τεκέδες και στα ρεμπέτικα στέ­κια. Είναι λεβέντης, ευθύς, δεν μα­σάει τα λόγια του.

Έχει τη δική του ιδιότυπη αντίληψη περί τιμής και ανδρείας. Έχει και αυ­τός μακρύ χέρι, κάτι που μας δείχνει πως ρέπει προς τον καβγά και τις αψι­μαχίες. Πρόκειται, επίσης, για ένα φλογερό τύπο, όχι με το ρομαντισμό και την καλλιτε­χνική ιδιοσυγκρασία του Σιορ Διονυσίου, αλλά με εκείνη του μάγκα, του περιθωρια­κού, αυτού που αντίκειται στο νόμο ή τον παίρνει στα χέρια του»

Οι μάγκες υπάρχουν ακόμη; Και βέβαια, υπάρχουν και δεν αναφε­ρόμαστε μόνο στους εναπομείνα­ντες νοσταλγούς του ρεμπέτι­κου. Οι μάγκες πάντα θα υπάρχουν. Στον Πει­ραιά, στην Αθήνα, στη Θεσσαλονίκη, σε όλη την Ελλάδα, σε όλο τον κόσμο. Είναι αυτοί οι οποί­οι δεν χωράνε πουθενά, που δεν ανέχονται την υποτίμη­ση και το συμβιβασμό, δεν σκύβουν το κεφάλι στην εξου­σία.

Έχουν το δικό τους κώδικα τιμής. Δεν πρόκειται για εγκληματίες, αλλά για πνεύματα ανε­ξάρτητα. Είναι οι κλέφτες και οι αρματολοί της πόλης, οι αρνητές του καταναλωτισμού και του βολέματος.

Άνθρωποι λαϊκοί και ανήσυχοι. Η αντίσταση πηγάζει μέ­σα από την καρδιά τους. Δεν αντέχουν την προσποίηση και τα καλούπια. Δεν αφομοιώνονται, δεν οραματίζονται κό­τερα και λαμπερές καριέρες. Ανήκουν μονό στον εαυτό τους...

Ο Σιορ Διονύσιος ή Νιόνιος

Η απάντηση μπορεί εύκολα να δοθεί για τον Σιορ Διο­νύσιο, μια και ο Έλληνας, όπως και να ’χει, συνεχίζει να κρατά τις παραδόσεις του, και κυρίως ο νησιώτης, ενώ δεν παύει να είναι και ελαφρώς τοπικιστής.

Όπως ο Ζακυνθινός, στο πανί συχνά εμφανίζονται ο Κρη­τικός, ο τσολιάς, ο Πόντιος και άλλες παρόμοιες φιγού­ρες. Αυτό, όμως, που κρατά πάντοτε ζωντανό τον Σιορ Διονύσιο και ακλόνητο μέσα στις δεκαετίες είναι ο ρομαντικός του χαρακτήρας, το φλογερό του ταπεραμέντο, οι κομψοί τρόποι του η λεπτή και καλοντυμένη παρουσία του,  το ψη­λό καπέλο, το φράκο, το πα­πιγιόν και την ιταλο-ελληνική του κουλτούρα.

Ο Σιορ Διονύ­σιος εμφανίζε­ται πάντοτε τραγουδώ­ντας ένα παραδοσιακό τραγουδάκι από το «Τσάντε». Είναι σχε­δόν πάντοτε ενημερωμέ­νος για τα δρώμενα, ευγενής και χαριτωμένος. Συ­χνά η φλογερή του ιδιο­συγκρασία είναι αντι­στρόφως ανάλογη από τα κότσια του, αλλά, όπως και να 'χει, ο Ζακυνθινός τολμά...

«Ματάκια μου, Καρα­γκιόζο», λέει με τη συνήθη γλύκα του και γίνεται αμέ­σως συμπαθής...

Μορφονιός, ο ερωτύλος

Το όνομα «Μορφονιός» σίγουρα αποτελεί ευ­φημισμό όσον αφορά στο συγκεκριμένο τύπο ανθρώπου.

Πρόκειται για ένα κακάσχημο νάνο με τεράστιο κεφάλι και μικρό σώμα τεράστια μύτη και βλακώδες ύφος. Διαθέτει ωστόσο ένα μεγάλο πλεονέκτημα: Παντελή έλλειψη αυτογνωσίας.

«Ουίτ, είμαι ο Μορφονιός / της μάνας μου καμάρι / όλες οι νιες μαραίνονται / ποια θα με πρωτοπάρει...».

Είναι, μάλιστα, τόσο πεπεισμένος για το... θείο κάλ­λος του, ώστε βάζει και υψηλούς στόχους: κορίτσια με προίκα την κόρη του Βεζίρη ή την εκάστοτε περιζήτητη καλλονή.

Συ­χνά, μάλιστα έχει την αίσθηση πως είναι παντοδύναμος, γι’ αυτό προσπαθεί να τα βάλει με τον «κατηραμένον όφι» ή το «τέρας», με τα αναμενόμενα αποτελέσματα.

Ο Καραγκιόζης βγαίνει από την καλύβα του αμέρι­μνος, για να αντικρίσει τον Μορφονιό. Το αίμα του κόβεται και γυρίζει στην καλύβα του τρομοκρατημέ­νος, ουρλιάζοντας: «Μανούλα μου, μια μπουλντόζα». Ξαναβγαίνει επιφυλακτικά, για να παρατηρήσει... αυ­τό το θαύμα της φύσης. Όπως είναι φυσικό, ο Μορ­φονιός δεν ξεφεύγει από την ειρωνεία του και την αμείλικτη και αιχμηρή του γλώσσα. «Παιδιά, φέρτε μια θέση γιο το σώμα του και δυο θέσεις για το κεφάλι του» και άλ­λα πα­ρόμοια τα οποία, ωστόσο, ουδόλως πτοούν τον ομορφονιό.

Η αλαζονεία του είναι τόση, ώστε ο Καραγκιόζης συχνά χειροδικεί για να τον συνετίσει. Άλλες φορές πάλι η ίδια η ίδια η τύχη δίνει την απάντηση αλλά ως γνωστό «πρώτα βγαίνει η ψυχή και μετά το χούι».

Ο Εβραίος

Οι Εβραίοι της Ελλάδας και οι Τσιγγάνοι συνήθιζαν, όπως και οι Έλληνες, να παίζουν θέατρο σκιών στα χρόνια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Είναι πολύ πιθανό, λοιπόν, η φιγούρα αυτή να είναι κατάλοιπο εκείνης της εποχής. Όταν αναφερόμαστε στον Εβραίο, πρέπει να διευκρινίσουμε πως αφορά ένα συ­γκεκριμένο τύπο της εβραϊκής κοινωνίας: τον έμπο­ρο. Θα μπορούσε να αναφέρεται σε οποιονδήποτε έμπορο, οποιασδήποτε φυλής ή ράτσας.

Θα μπορούσε να είναι ο Σκρουτζ Μακ Ντακ, του Ντίσνεϋ, αλλά σίγουρα διαθέτει μεγαλύτερη ευφυΐα, περισσότερη ευγένεια και ευελιξία, καλύτερο στυλ. Είναι, άλλωστε, γνωστό το ταλέντο των Εβραίων, κυρίως της Θεσσαλονίκης, σε αυτό το επάγ­γελμα. Ο Εβραίος (σπιτονοικοκύρης του Καραγκιόζη) είναι ο ίδιος τύπος που συναντάμε στα ανέκδοτα ή στον Αστερίξ. Καλοντυμένος με τα πλουμιστά του ρούχα, το σιμίτι και τα ανατολίτικα πασουμάκια του, μιλά μια γλώσσα ακατάληπτη.  Το σώμα του γέρνει μπροστά, το κεφάλι ακόμη περισσότερο Μοιάζει να ζητά μονίμως κάτι από τους άλλους και το απλωμένο χέρι του δείχνει ακριβώς τι: Το χρήμα. Σε αυτό είναι προσκολλημένος Μπορεί να είναι τσιγκούνης και τοκογλύφος, μπορεί και να είναι απλώς αφοσιωμένος στο να βγάζει λεφτά. Και το καταφέρνει! Για την απόδοση αυτής της κίνησης η φιγούρα του Εβραίου έχει τρεις αρθρώσεις: στο κεφάλι στο σώμα και τα πόδια.

Τα Κολλητήρια

Ο Κολλητήρης, ο Κοπρίτης και ο Πιτσικόκος. Το καθένα από αυτά έχει δια­φορετική προσωπικότητα, ανάλογα με τη σειρά γέννησης, η οποία μάλιστα εμπίπτει στις αρχές της ψυ­χολογίας! Ένα ερώ­τημα που τί­θεται συχνά είναι αν ο Κα­ραγκιόζης ενδιαφέρει και ελκύει μι­κρούς και μεγάλους στη σύγχρονη κοινωνία της πα­γκοσμιοποίη­σης, της ταχύτητας, των εφέ, των Πόκεμον και των ηλεκτρονικών παιχνιδιών. Ο Καρα­γκιόζης που γαλού­χησε γενιές και γε­νιές είναι ο λόγος ενάντια στον ει­κονικό βομβαρ­δισμό, το έργο του ανθρώπου ενάντια σε κεί­νο της τεχνολογίας, η φαντα­σία ενάντια στη διαστροφή, η αγνότητα σε αντιπαράθεση με τη σκληρό­τητα...

Οι γυναίκες

Οι περισσότεροι ήρωες του Καραγκιόζη είναι άνδρες.

Αυτό είναι λογικό, μια και η τέχνη αυτή ξεκίνησε σε μια εποχή κατά την οποία οι γυναίκες ήταν κλεισμένες στα σπίτια, ενώ το θέατρο σκιών δεν τις αφορούσε, αφού δεν μπορούσαν να το παρακολουθήσουν. Ακόμη και σήμε­ρα οι Καραγκιοζοπαίχτες είναι άντρες και, όπως είναι φυσικό, τους είναι πιο δύσκολο να υποδύονται γυναικεί­ους ρόλους.

Παρ' όλα αυτά, ο Καραγκιόζης δεν είναι... φαλλοκρά­της. Κάθε άλλο!

Η γυναίκα στο θέατρο σκιών θα μπορούσε να είναι η ηρωίδα ενός ιπποτικού μυθιστορήματος ή η μούσα ενός ρομαντικού ποιη­τή,

Πρόκειται για μορφή εξιδανικευμένη, για ένα ποθητό πλάσμα και ταυτόχρονα απλησίαστο, θεϊκό, μοναδικό.

Παράλληλα, η γυναίκα αυτή συνήθως δεν μπορεί να ορίσει τη μοίρα της. Πρέπει να υπακούει στις εντολές του πατέρα της - ακό­μη κι αν πρόκειται για την ίδια τη Βεζιροπούλα, δεν μπορεί να παντρευτεί τον αγα­πημένα της, υποφέρει και μάχεται με άνισα μέσα.

Στον Καραγκιόζη σπάνια συναντάς μια κακιά γυναίκα.

Κατά τα αριστοφανικά πρότυπα, Οι άντρες Είναι αυτοί που προκαλούν τα προβλήματα, τους πολέμους, τις ίντριγκες. Οι γυναίκες είναι καλές, ευγενικές, τρυφερές και γνωρίζουν από ένστικτο τι είναι σωστό και τι λάθος.

Γι' αυτό και ο Καραγκιόζης μπορεί άνετα να σταθεί αλώ­βητος και στην πιο ακραία φεμινιστική κριτική!

Πουθενά δεν θα αντιληφθεί κάποιος το αντρι­κό μένος προς το αντίθετο, φύλο, που θέλει τα θηλυκά ύπουλα, αίτια της κάθε συμφοράς διεστραμμένα και σκοτεινά!

Κυριότερα γυναικεία πρόσωπα, η Αγλαΐα, σύζυγος του Καραγκιόζη, και η Βεζιροπούλα, στης οποίας την ποδιά μάχονται παλικάρια, αλλά εκείνη φυλάει την καρδιά της για τον πιο γενναίο και καλοσυνάτο άντρα - συνήθως Έλληνα!

Η Αγλαΐα δεν είναι, βέβαια, ούτε όμορφη ού­τε καλοντυμένη. Είναι, όμως, υπομονετική και με έντονο το αίσθημα της αφοσίωσης Μοιράζεται με τον Καραγκιόζη και τα παιδιά της την πείνα και τις κακουχίες.

Η Βεζιροπούλα, αντίθετα, έχει όλα τα χαρίσματα: Θεϊκή ομορφιά, ευγένεια, ωραίο ντύσιμο και μια βαθιά κρυφή ανεξαρτησία, αφού κατα­φεύγει σε όλα το τεχνάσματα, προκειμένου να παντρευτεί με τον άντρα που αγαπά. Δεν έχει καμία σημασία το γεγονός ότι είναι Τουρ­κοπούλα. Όπως αναφέρθηκε ήδη, οι γυναί­κες είναι πάντοτε καλές και γλυκές.

Οι υπόλοιπες γυναίκες που εμφανίζονται στον Καρα­γκιόζη είναι συνήθως ιστορικά πρόσωπα: Η Ωραία Ελέ­νη, η Αριάδνη, η Αντιγόνη (από την Αρχαιότητα), η κυρα - Φροσύνη, η Τζαβέλαινα, η Μπουμπουλίνα, η μάνα του Διάκου, η Φώτω η Χειμαριώτισσα, η Γκόλφω, η Μα­ρία η Πενταγιώτισσα…

Ωστόσο υπάρχουν και κάποιες ανεξάρτητες φιγούρες: η γριά, η όμορφη νέα, η υπηρέτρια, η νοσοκόμα, η βλαχο­πούλα, η γόησσα.

Με γυναικεία μορφή παρουσιάζονται επίσης οι άγγελοι αλλά και κάποιες αφηρημένες έν­νοιες ή ιδανικά, όπως η Ελευθερία, η Δόξα αλλά και η ίδια η Ελλάδα...


ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ

Η δράση του θεάτρου σκιών συνήθως εκτυλίσσεται με φόντο την Ελλάδα κατά τη διάρκεια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, χωρίς, βέβαια, η φαντασία του καλλιτέ­χνη να παραλείπει πολλές φορές να μας μεταφέρει στην Αρχαία Ελλάδα, στο Βυζάντιο ή και σε φανταστικούς συ­χνά υπερρεαλιστικούς κόσμους, ακόμα και στο σήμερα. Η προτίμηση στα χρονιά της Τουρκοκρατίας δεν οφείλεται μόνο στο γεγονός ότι τό­τε ήκμασε το θέατρο σκιών, αλλά και στο ότι ο καλλιτέ­χνης, ελεύθερος από κάθε λογοκρισία, μπορεί να δείχνει το παιχνίδι της εξουσίας, την αντίσταση των λαών, και να παραλληλίζει το χθες με το σήμερα.

Άλλωστε όπως είχε πει και ο ήρωας Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, «οι ζουρνατζήδες άλλαξαν, ο ζουρνάς μένει πάντα ο ίδιος»!

Οι Έλληνες εκφράζουν το ελεύθερο πνεύμα. Εκτός από τους βασικούς πρωταγωνιστές, από τον μπερντέ παρε­λαύνουν ιστορικά πρόσωπα, από τον Θησέα, τον Ηρακλή και τον Μεγαλέξανδρο έως τον Διγενή Ακρίτα, τον Αθα­νάσιο Διάκο, τον Παλαιών Πατρών Γερμανό, τους ήρω­ες του '21, τους Μακεδονομάχους και τους αντιστασια­κούς.

Όλη η ιστορία του βασανισμένου τόπου μας, διδάσκεται από τον Καραγκιόζη.

Το κωμικό εναλλάσσεται με το τρα­γικό και οι γκάφες με τις ηρωικές πράξεις.

Ο Μεγαλέξανδρος είναι ο υπεράνθρωπος, ο ήρωας με τα ευγενικά αισθήματα και ταυτόχρονα  γενναίος. Ο σωτήρας του έθνους.

Το πρόσωπο είναι αλληγορικό και δεν εκφράζει μόνο τον Μακεδόνα στρατηλάτη, αλλά όλους εκείνους που μάχονταν, μάχονται και θα μάχονται για το ιδανικά της φυλής, για την Ελευθερία των λαών και για την προστασία των αδυνά­των. Η Βαθειά θρησκευτικότητα του δημιουργού του έργου «ο Μ. Αλέξανδρος και το καταραμένο φίδι» τον αποτρέπει απ’ το να χρησιμοποιήσει τον Άγιο Γεώργιο για να σκοτώσει το φίδι – διάβολο, με την φαντασία του να πάρει δανικό τον Μ. Αλέξανδρο, Εθνικό σύμβολο ρώμης και αντρειοσύνης.

Στον αντίποδα, ο Τούρκος εκφράζει την εξουσία. Δεν πρόκειται για κάποιο είδος ρατσισμού, για προκατάλη­ψη απέναντι στο γείτονα ή για φυλετική διάκριση. Ο Τούρ­κος Πασάς ή ο Μπέης άλλοτε αυταρχικός και άλλοτε ευ­έλικτος και διπλωματικός θα μπορούσε κάλλιστα να εί­ναι ένας πρωθυπουργός. Ο Αγάς, ο πλούσιος που φρου­ρεί γερά τα κεκτημένα του.

Ο Βεληγκέκας, η εκτελεστική εξουσία, που δέρνει ανελέητα το φτωχό Έλληνα. Ένα σημερινό όργανο της τάξης που... προστατεύει τον ισχυρό από τα δίκαια αιτή­ματα του βιοπαλαιστή.

Ο Πεπονιάς, ο μπουνταλάς λο­χίας...

Φυσικά, από το τουρκικό, όπως και από το ελληνικό, σινάφι δεν θα μπορούσαν να λείψουν και κάποιες ιστορικές μορφές, όπως ο Αλή Πασάς, ο Ομέρ Βρυώνης...

Δευτερεύουσας σημασίας πρόσωπα, που εξυπηρετούν λειτουργικές, σκηνοθετικές ανάγκες ή αποτελούν δια­χρονικά σύμβολα, είναι ο Παπάς, ο Γιατρός, ο Γέρος, ο Τρελός, ο Κουρσάρος, ο Χότζας, ο Τουρίστας, ο Επαίτης ή ομάδες ανθρώπων όπως οι Οργανοπαίχτες ή οι Λατερνατζής και πολλοί άλλοι.

Αεροπλάνα καράβια τανκ, αλλά και ζώα (πρόβατα κατσίκες άλογα μοσχάρια βουβάλια γελάδια)

Τελώνια, δαιμόνια και τέρατα που βασανίζουν το λαό από τον Μινώταυρο έως τον Κατηραμένο Όφι και ενά­ντια στα οποία θα αγωνιστούν οι ήρωες συμπληρώνουν το σκηνικό, εκπροσωπώντας το Κακό, τις δυνάμεις της φύσης, ή τα φυσικά φαινόμενα, τις επιδημίες, τους λιμούς, και όλα τα δεινά που πλήττουν τους ανθρώπους.

ΣΤΗΝ ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΑΔΑ

Το θέατρο σκιών πιστεύεται από πολλούς ότι δεν είναι δημιούργημα ανατολικών ασιατικών λαών αλλά ότι έχει ελληνική προέλευση. Ο Πλάτων στην αλληγορία του σπηλαίου (Πολιτεία 514α) αναφέρει:

«Φαντάσου ανθρώπους σαν σε μια υπόγεια κατοικία όμοια με σπηλιά που να έχει την είσοδό της μακριά ανοικτή προς το φως σε όλο το μήκος της σπηλιάς… και από ψηλά και μακριά από πίσω τους φως από φωτιά  να καίει γι’ αυτούς και ανάμεσα στη φωτιά και στους δεσμώτες επάνω, να υπάρχει ένας δρόμος. Κοντά σε αυτόν και παράλληλα φαντάσου  χτισμένο ένα μικρό τοίχο, όπως ακριβώς τοποθετούνται από τους θαυματοποιούς μπροστά στους ανθρώπους τα παραπετάσματα (αρχ. Παραφράγματα) πάνω στα οποία δείχνουν τα τεχνάσματα τους»  Ο Αριστοτέλης πάλι, (Πε­ρί κόσμου 398 b 16) μιλά για λαϊκές παραστάσεις με νευρόσπαστα: «Οι νευρόσπαστοι μίαν μήρινθον (σπάγκο) επισπασάμενοι ποιούσι και αυχένα κινείσθαι και χείρα ζώου και ώμον και οφθαλμόν».

Το θέατρο σκιών συγγενεύει και με τις αρχαίες λαϊκές αφηγήσεις, όπως οι μύθοι με θέμα τα ζώα (αίνοι). Ο Ησίοδος και ο Αρχίλοχος δηλώνουν πως το νόημα τους είναι η κοινωνική κριτική που στο όνομα των αδυνάτων και του δικαίου στέφεται φανερά εναντίον της αυθαιρεσίας των ισχυρών.

Ο Αίσωπος ήταν ένας πασίγνωστος στην Αρχαιότητα δη­μιουργός μύθων («λογοποιός» κατά τον Ηρόδοτο). Έζη­σε τον 6ο αιώνα π.Χ. και αναφέρεται από τον Ηρόδοτο (Β 134), τον Αριστοφάνη (Σφήκες και Όρνιθες), τον Δη­μόκριτο (απόσπασμα 224) και τον Πλάτωνα (Φαίδων 60 cd). Η ζωή του έχει σκεπασθεί από φανταστικές αφη­γήσεις και στο αφήγημα «Μυθιστορία του Αισώπου» μάς δίνονται η εικονιστική περιγραφή του Αισώπου και κά­ποιες βιογραφικές πληροφορίες:

Ο κατεξοχήν ωφέλιμος για την ζωή Αίσωπος, ο μυθοποιός, ήταν δούλος, έτσι το ’θελε η τύχη του, και στην καταγωγή Φρύγας, απ’ το Αμόριο της Φρυγίας. Ήταν αποκρουστικός στην εμφάνιση περίσσια άσκημος, κοιλαράς, με μυτερό κεφάλι, πλακουτσομύτης με κυρτωμένο στήθος, μελαμψός, κοντός, στραβοπόδης, με χέρια κοντά, αλλήθωρος, ένα λάθος του νυσταγμένου Προμηθέα.

Η παράδοση τον θέλει αρχικά μουγκό αλλά πολύ έξυ­πνο και θεοσεβούμενο. Η Ίσιδα και οι εννέα μούσες του χάρισαν τη φωνή και την ικανό­τητα να πλέκει ιστορίες και να συνθέτει μύθους ελληνικούς.

Ο Αίσωπος σκοτώνεται με δόλο αφού κατηγορήθηκε άδικα για ιεροσυλία, στους Δελφούς, και ο ίδιος ο Απόλλωνας εκδικείται το θάνατο του και εξυψώνει τη φήμη του. Ο Αίσωπος ήταν γνώστης της ψυχολογίας του ανθρώπου και ερευνούσε τα κίνητρα και τη συμπε­ριφορά του. Έδειξε την ποικιλία των ανθρώπινων χα­ρακτήρων και μετέφερε τα ελαττώματα των ανθρώπων σε ζώα. Ασκούσε πολιτική και κοινωνική κριτική.

Παρατήρησε τη δολιότητα, τον εγωισμό και τις αδυναμίες των ισχυρών και εξύψωσε την δύναμη του νου αφού η εξυπνάδα ήταν το όπλο της σωτηρίας των αδυνάτων.

Ήταν εκπρόσωπος της λαϊκής σοφίας και στο έργο «το Συμπόσιον των Επτά Σοφών» που αποδίδεται στον Πλούταρχο, ο Αίσωπος συμμετέχει και ασκεί έλεγχο σε όσα λένε οι επτά σοφοί. Ακόμα και ο Σωκράτης, όπως παραδίδει ο Πλάτων, στη φυλακή έβαζε σε στί­χους όσους αισώπειους μύθους θυμόταν.

Το όνομα του σημαίνει «μαύρος» και συγγενεύει με το «αιθίοψ», όπως σχεδόν και του Καραγκιόζη (=μαυρο­μάτης ή αυτός που φαίνεται μαύρος στα μάτια των άλ­λων, από την τουρκική λέξη karagöz). Τέλος, ο Στίλπων Κυριακίδης (περ. Λαογραφία, τ. Η 1921) αναφέρει ότι ο Καραγκιόζης μετέβαλε τον αρχαίο φαλλό σε τε­ράστιο και δυσανάλογο χέρι.


Επισκεφτείτε το προσωπικό blog ενός μεγάλου Καραγκιοζοπαίχτη, του Γιώργου Ηπειρώτη και κλείστε τη δική σας παράσταση ή αγοράστε τον αγαπημένο σας χειροποίητο χαρακτήρα.